Μια Κυριακή
του Μάρτη, νωρίς το πρωί. Μισο-ξύπνιος, με μαύρα γυαλιά κατεβαίνω βιαστικά, να
πάρω το αυτοκίνητο, για να πάω τη μάνα μου στην εκκλησία. Πίσω από τον κάδο
απορριμμάτων, ένοιωθα να με κοιτάζουν έντονα, αλλά φοβισμένα, δύο βασανισμένα
μάτια. Μάτια γνωστά, αλεπουδίσια, ενός παλιού γείτονα, που … αξιολογούσαν κάτι
ρούχα ανάμεσα στα σκουπίδια. Κοιταχτήκαμε αμήχανα. Τον καλημέρισα,
αιφνιδιασμένος τόσο από την απρόσμενη συνάντηση, όσο και από το καταβεβλημένο,
αξύριστο πρόσωπο του. Πριν προλάβω να κάνω δύο μέτρα, με πρόλαβε η φωνή του,
που ανταπέδωσε καθυστερημένα την καλημέρα με παράφωνη λαλιά. Με γνώρισε, ο
... «άτιμος», μετά από πολλά χρόνια και μάλλον αισθάνθηκε άσχημα!
Όπως και εγώ, άλλωστε.